του Γιώργου Πισσαλίδη
Ξαφνικά φέτος την 28η Οκτωβρίου, οι εφημερίδες ανακάλυψαν τις κλασικές πατριωτικές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου. Εμείς βέβαια δεν χρειαζόμαστε τέτοιες δικαιολογίες για να λατρεύουμε τις ταινίες που αναφέρονται στο έπος του ‘40 και τον ηρωισμό των Ελλήνων αξιωματικών και στρατιωτών. Αποφασίσαμε να γράψουμε για δύο από αυτές, που αν και μιλούν για το έπος του '40, χαρακτηρίζονται από μια αντιδιαστολή στο τρόπο που το κινηματογραφούν. Παραμένουν όμως εξ’ ίσου πατριωτικές, παρ' όλο που η αριστερή κριτική τις θέλει αντίθετες.
Παραμονές της 28ης Οκτωβρίου, ο Δημήτρης Νικολάου (Κώστας Πρέκας) είναι ερωτευμένος με την Στέλλα Σαλβατόρε (Βέρα Κρούσκα), κόρη του Ιταλού πρέσβη. Όμως η κήρυξη του πολέμου, χωρίζει τους δύο νέους.
Ο Δημήτρης κατατάσσεται ως ανθυπολοχαγός στον ελληνικό στρατό και η Στέλλα τίθεται υπό περιορισμό στο Χατζηκυριάκειο, μαζί με τους υπόλοιπους Ιταλούς στην διάρκεια του πολέμου. Οι δύο νέοι παραμένουν ερωτευμένοι, κόντρα στην λογική του πολέμου. Όμως με την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα, το σπίτι των Νικολάου επιτάσσεται από τον συνταγματάρχη των SS, Σβάιτσερ (Χρήστος Πολίτης), που βάζει στο μάτι την όμορφη Στέλλα. Η άρνηση της όμως να ανταποκριθεί στον έρωτα του Σβάιτσερ, θα της κοστίσει ακριβά.
Το «Όχι» είναι μια από τις καλύτερες πατριωτικές ταινίες της περιόδου 1967-1973. Οι μάχες του μετώπου χαρακτηρίζονται από μία ηρωική διάθεση. Ειδικά οι επιθέσεις με τα άλογα και η μάχη στο Ρούπελ, είναι εντυπωσιακές για την εποχή τους και τα τεχνικά δεδομένα του ελληνικού κινηματογράφου. Ο Κώστας Πρέκας και η Βέρα Κρούσκα είναι στις καλύτερες στιγμέςτους και στις μεγάλες τους ομορφιές. Εξάλλου, τότε ο Πρέκας ήταν ο Νο 1 ζαν πρεμιέ της εποχής. Ο Χρίστος Πολίτης πολύ καλός ως Γερμανός. Βέβαια, θα μπορούσαν να λείπουν κάποιοι ενδυματολογικοί αναχρονισμοί. Όμως, το «Όχι» είναι δίχως «χάπυ εντ». Αποδεικνύει όμως ότι υπάρχει εντιμότητα και γενναιότητα ακόμα και στο αντίπαλο στρατόπεδο (ο Γιώργος Μοσχίδης ως πατέρας της Στέλλας), καθώς και πόσο ένας έρωτας που δεν εκπληρώνεται, μπορεί να απελευθερώσει το κτήνος στην ψυχή του ανθρώπου.

Λίγο πριν την 28η Οκτωβρίου σε ένα χωριό της Μακεδονίας. η Ανθούλα (Αιμιλία Πίττα) αγαπά τον στρατιώτη Πάγκο (Φαίδων Γεωργίτσης), ενώ ένας συνάδελφος του, ο Στράτος (Τάκης Εμμανουήλ) αγαπά την Σοφία (Νίκη Τριανταφυλλίδη). Ο πόλεμος τους χωρίζει και οι πέντε βασικοί ήρωες (μαζί με τον λοχία και τον δάσκαλο του χωριού) δεν θα επιζήσουν. Το μέτωπο καταρρέει. Οι Έλληνες γυρίζουν ράκη στα σπίτια τους, ενώ οι Γερμανοί μπαίνουν στην χώρα τραγουδώντας.
Ξεχάστε το επικό και μερικές φορές, πομπώδες στυλ των συνηθισμένων πατριωτικών ταινιών. Ο Κανελλόπουλος ήταν ένας δωρικός σκηνοθέτης με λιτό ασπρόμαυρο στυλ, που ανέδιδε φοβερή πνευματικότητα. Όμως, δεν απόφευγε να δείχνει την τραγικότητα του πολέμου. Αυτό βέβαια έκανε την κυρίαρχη αριστερή κριτική να το θεωρεί ένα αντιπολεμικό αριστούργημα, που έδειχνε το ποσό κακός ήταν ο πόλεμος και πως καταστρέφει τον έρωτα και την ειρηνική ζωή.
Για μια ακόμα φορά, η αριστερά υφάρπαξε ένα καλλιτεχνικό αριστούργημα, διαστρέφοντας το νόημα του. Κατ' αρχήν, η ταινία είναι αφιερωμένη «στους γνωστούς και άγνωστους ήρωες που πολέμησαν στο Αλβανικό Έπος του '40». Στην αρχή δε του δεύτερου μέρους, περιγράφει τους πέντε ήρωες ως «μία σταγόνα στον ωκεανό δόξας». Άρα η δόξα είναι δεδομένη για τους ήρωες του '40.
Επίσης, ο Κανελλόπουλος δείχνει επίκαιρα της εποχής, τα οποία η πρόσφατη κριτική τα θέλει ως διαστρέβλωση του αντιπολεμικού πνεύματος του έργου από την εξουσία της εποχής. Όμως ο ίδιος ο Κανελλόπουλος, ουδέποτε ανέφερε κάτι τέτοιο. Τα δε επίκαιρα ταιριάζουν στα λεγόμενα των αφηγητών. Δίπλα δε στον ηρωισμό, υπάρχει η τραγικότητα του πολέμου. Έτσι, όταν οι σειρήνες σημαίνουν πόλεμο, μία μητέρα φοβάται για τον γιο της που είναι στα σύνορα, αλλά όταν βλέπει τους φαντάρους να ξεκινούν για τον πόλεμο σαν να πηγαίνουν για διασκέδαση, ο φόβος εξαφανίζεται. Επίσης υπάρχει η αφήγηση στρατιώτη: «Περπατάμε ώρες ατελείωτες πάνω στα χιόνια και ης λάσπες. Τα μάτια βαραίνουν από την αϋπνία. Η άγρια πείνα θολώνει το μυαλό μέσα στο φοβερό αγιάζι του αλβανικού χειμώνα».
Η συντροφικότητα ανάμεσα στους στρατιώτες συνυπάρχει με το κλέψιμο των αρβύλων του νεκρού λοχία νια να αντιμετωπιστεί το κρύο. Η αυστηρότητα ενός ταγματάρχη προς ένα στρατιώτη συνυπάρχει με το κλάμα του σαν μικρό παιδί, όταν ο στρατιώτης σκοτωθεί. Στο τελευταίο μέρος, οι στρατιώτες θλίβονται γιατί ενώ κέρδιζαν τον πόλεμο, ξαφνικά είναι οι χαμένοι. Ο Στράτος δεν αντέχει την οπισθοχώρηση και αυτοκτονεί. Δεν σκέφτεται την Σοφία για να παραμείνει στην ζωή. Μάλιστα η αντιπαράθεση της αρχής («πόσο τον αγαπώ Θεέ μου!») και του τέλους («καημένη Πατρίδα»), δείχνει τι καίει τον καθένα ως άνδρα και ως γυναίκα. Δείχνει μάλιστα τους στρατιώτες να μην νοιάζονται για τα προσωπικά τους δράματα, αλλά για το γενικό δράμα που είναι η κατοχή της Πατρίδας.
Καιρός να ανακαλύψουν οι Έλληνες πατριώτες μία πατριωτική ταινία μεγάλου βεληνεκούς και οι αριστεροί να σταματήσουν ακόμα μια φορά την διαστρέβλωση.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Ότι δεν είναι ποινικά κολάσιμο, αναρτάται...(με μικρή χρονική καθυστέρηση).