Σάββατο, 9 Απριλίου 2011

To πραγματικό τέλος του Αθανασίου Διάκου

γράφει στη  «Λαϊκή Φωνή» ο Ευθύμιος Ν. Χριστόπουλος

Το καλοκαίρι του 1947, ως μαθητής της Β' τάξης της Εκκλησιαστικής Σχολής Λαμίας, δέχτηκα την παρακίνηση του αειμνήστου Διευθυντού της Δημητρίου Κρικέλα να συγκεντρώσω πληροφορίες από γέρους Λαμιώτες που τις είχαν από τους πατεράδες τους, για το ποιο ήταν το πραγματικό τέλος του Αθανασίου Διάκου. Ταξινομώντας αυτές που συγκέντρωσα, είδα ότι τέσσερεις ήταν ακριβώς ίδιες, αν και προερχόταν από γερόντια που ζούσαν σε δια­φορετικά σημεία της Λαμίας ο καθένας και μάλιστα ένας παππούς ήταν από τη Ροδίτσα. Διασταυρώνοντας  αργότερα, με όσα άλλα διάβαζα, καταλάβαινα ότι αυτές που είχα ήταν ασφαλώς οι σωστές. Το κύριο σημείο τους και κοινό ήταν ότι τρεις Έλληνες, όταν έπιασαν τον Διάκο και τον έφεραν στη Λαμία, τον έκλεισαν σ' ένα παλιό και εγκαταλειμμένο χάνι, εκεί που σήμερα έχει οικοδομηθεί το λαογραφικό Μουσείο της Λαμίας στην οδό Καλύβα Μπακογιάννη. Αυτοί οι τρεις είχαν περάσει πίσω — δυτικά — στο χάνι και από δύο μισοχαλασμένα παραθυράκια είχαν παρα­κολουθήσει όλη τη νύχτα όλα όσα έγιναν μέσα στο χάνι, τα οποία και αναφέρω στη συνέχεια.
Μετά την σύλληψη του Διάκου στα ποριά Δαμάστας, τον έφεραν με συνοδεία πολλών και τραυματισμένο στη Λαμία, οδηγώντας από την νοτιά της είσοδο που περνούσε δίπλα από τον Γολγοθά (όπως έλεγαν τον ξεκομμένο λόφο, όπου σήμερα είναι το κτίριο του Ορφανοτροφείου Αρένων) και συνέχεια τον έκλεισαν μέσα στο παλιό χάνι, όπου σήμε­ρα -πάλι καλά!!— έχει ανεγερθεί το Λαογραφικό Μουσείο.
Τον έβαλαν μέσα και τον έδεσαν με σχοινιά σ' ένα παχνί, το οποίο ήταν και ο πρώτος τόπος του μαρτυρίου του.
Εκτός από δυο - τρεις Τούρκους που έμειναν μέσα να τον επιτηρούν, οι άλλοι — όχι όλοι — έμειναν απέξω, ανατο­λικά σε κάτι δέντρα που ήταν εκεί, περιμένοντας από περιέργεια, ίσως, να ιδούν, τι θα γινόταν. Όταν τον έδεσαν και έφυγαν, ο Διάκος άρχισε να πονάει από τα τραύματα που είχε, καταπονημένος και από την ταλαιπωρία.
Είχε περάσει αρκετή ώρα, όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκαν μέσα δυο άντρες, που από τις φορεσιές τους, έδει­χναν ότι ήταν μπέηδες. Τον ένα, τον ήξεραν από πριν. Ήταν ο Ομέρ Βρυώνης. Τον άλλον όχι. Απ' ότι όμως είχαν ακού­σει υπολόγισαν ότι ήταν ο σκληρός Χαλήλ Μπέης. Αυτός μόνος προχώρησε και άρχισε να κάνει έλεγχο αν είχαν δέσει καλά τον Διάκο. Τόσο πολύ φάνηκε ότι, κι ακόμα δεμένο τον φοβόταν.
Είχε νυχτώσει πια και οι τρεις που είχαν φτάσει εκεί κρυφά άρχισαν καθαρά να βλέπουν τι γίνεται.
Όταν ο Χαλήλ Μπέης σιγουρεύτηκε - το είδαν καθα­ρά αυτό - ότι δεν υπήρχε φόβος διαφυγής, άρχισε να φωνάζει και να απειλεί. Σε μια στιγμή τον είδαν να χτυπάει στο πρόσωπο τον Διάκο.
Τον διακόπτει όμως ο άλλος, ο Βρυώνης, που πλη­σιάζει τον Διάκο και τον βλέπουν κάτι να του λέει. Δεν ακού­νε όμως, καταλαβαίνουν ότι κάτι τον ρωτάει, γιατί βλέπουν τον Διάκο να κουνάει αρνητικά το κεφάλι του.
Και ενώ τον βλέπουν να συνεχίζει ήρεμα, σε μια στιγ­μή εξαγριώνεται, φωνάζει και χειρονομεί. Ατάραχος ο Διά­κος τον αντιμετωπίζει και κάτι που του λέει, βλέπουν τον Βρυώνη οργισμένο να αποχωρεί, αφήνοντας πια το θύμα στο δήμιο του.
Απ' τις αναλαμπές των δαυλών ξεχωρίζουν, την αγριότητα του Χαλήλ. Τον βλέπουν να τραβάει πιο πέρα τον επικεφαλής της Φρουράς —έτσι τουλάχιστον δείχνει- και με νευρικές και απειλητικές κινήσεις, κάτι του λέει, και εκείνον να υποκλίνεται κουνώντας το κεφάλι του. Και μια τελευταία περιφρονητική ματιά που ρίχνει στον Διάκο, τον βλέπουν να φεύγει δείχνοντας ικανοποιημένος.
Ο Διάκος —και οι άλλοι τρεις απ' έξω— μέσα στο μισοσκόταδο βλέπουν δύο Τούρκους να ανάβουν φωτιά σε μιαν άκρη. Πάνω της φέρνουν και βάζουν μια σιδεροστιά και ένα μεγάλο χάλκινο κακάβι. Βλέπουν μετά να ρίχνουν μέσα λάδι που είχαν σ' ένα  γκιούμι.
Στη συνέχεια μαζί με τον επικεφαλής, πλησιάζουν τον Διάκο. Τον ανασηκώνουν, δεμένον καθώς είναι, τον βάζουν να καθίσει σ' ένα παλιό ξύλινο σκαμνί που βρέθηκε εκεί, του σηκώνουν τα πόδια, δεμένα καθώς είναι, και του τα δένουν έτσι που να κρέμονται.
Τι θέλουν να κάνουν αναλογίζονται με περιέργεια και αγωνία, οι τρεις που τον παρακολουθούν, χωρίς να τολμή­σουν να ρωτήσουν.
Βλέπουν όμως τους άλλους να περιπαίζουν το Διάκο. Φαίνεται κάτι να λένε και ο Διάκος να κουνάει επίμονα και αρνητικά το κεφάλι του. Τι λένε όμως δεν καταλαβαίνουν. Οπότε, κάθε φορά που ρωτάνε και αρνείται, τους βλέπουν να κρατάνε στα χέρια τους μυτερά καρφιά να τα μπήγουν σιγά πρώτα, πιο δυνατά στην συνέχεια, στις πατούσες των ποδιών του Διάκου, ο οποίος κάθε φορά αναταράζεται από τον πόνο.
Η μυρωδιά του λαδιού που καίγεται μέσα στο κακκάβι φτάνει έντονα στην μύτη και των τριών απ' έξω και υπο­πτεύονται τα χειρότερα.
Οι βασανιστές του, όπως έχουν γυμνώσει τα πόδια του, παίρνουν απ' το κακκάβι καυτό λάδι και αρχίζουν σιγά και βασανιστικά να το ρίχνουν στο πόδια του !... Τινάζεται κάθε φορά ο Διάκος, τόσο δυνατά λες θα κόψει τις τριχιές όταν το λάδι πέφτει πάνω στα πόδια του. Αφού είδαν να μην αντιδρά έντονα, αφήνουν τα πόδια και παίρνουν και του σκίζουν το γιλέκο και την πουκαμίσα που φοράει, απογυμνώνοντας το πάνω μέρος του σώματος του με τα χέρια. Κι αρχίζουν τότε να του ρίχνουν καυτό λάδι με αργές κινήσεις, στα χέρια, στο στήθος και την πλάτη του. Βουβά οδύρεται ο Διάκος, χωρίς να βγάλει μιλιά από το στόμα του. Κι όσο δεν μιλάει, τόσο αγρι­εύουν περισσότερο οι βασανιστές του. Και δείχνουν τόσο οργισμένοι που αν ήταν τρό­πος να το θανατώσουν. Φαίνεται όμως, πως έχουν εντολή, μόνο να τον βασανίσουν χωρίς να πεθάνει. Γι' αυτό συνεχίζουν!!
Το σώμα του Διάκου αρχίζει φαίνεται να νεκρώνεται. Όμως το πνεύμα όπως δείχνει, μένει καθάριο, ανέγγιχτο, σταθερό, συνεχίζοντας τις αρνήσεις και εξοργίζοντας περισσότερο τους βασανιστές του.
Αλλά αυτή η κατάσταση τους κάνει να βρίσκουν νέους τρόπους βασανισμών. Οι κινήσεις που κάνουν δείχνοντας διάφορα σημεία του σώματος του, κάνουν τους τρεις που παρακο­λουθούν να ανατριχιάζουν. Και βλέπουν τους βασανιστές να παίρνουν στα χέρια τους τα καρφιά που είχαν, και έσπα­ζαν τις φούσκες που δημιουργούταν στο δέρμα απ' το καυτό λάδι, να αρχίζουν να κάνουν το ίδιο και στο σώμα και στα χέρια από ψηλά.
Αποκαμωμένοι όμως και οι ίδιοι οι βασανιστές, που δεν άλλαξαν βάρδια όλη την νύχτα, βλέπουν ότι δεν πετυ­χαίνουν τίποτα. Και μιας και το λάδι τελείωσε και μιας έφτα­σε πια και το ξημέρωμα σταματούν.
Τον Διάκο τον κρατάνε πια όρθιο οι τριχιές που τον έχουν δεμένο. Τότε οι τρεις παρατηρητές απ' έξω, για να μην γίνουν αντιληπτοί έφυγαν με προφυλάξεις, κατευθυνόμενοι προς το βόρειο μέρος του ρέματος, όπου είχαν αρχίσει να έρχο­νται δειλά και οι πρώτοι περίεργοι.
Κι όταν πια ο ήλιος είχε ανέβη ψηλά, λύνουν τον Διάκο και σέρνοντας τον βγάζουν έξω, χωρίς όμως να δεί­χνει ότι καταλαβαίνει.
Όσοι είχαν την ευκαιρία να τον δουν το απόγευμα που τον είχαν φέρει, τώρα βλέποντας τον, δεν τον ανα­γνωρίζουν χωρίς να ξέρουν τι ακριβώς είχε συμβεί. Το μόνο που βλέπουν είναι τα κακοποιημένα ρούχα του.
Σέρνοντάς τον προς τα βόρεια, τον περνάνε πέρα από το ρέμα, —που έκοβε την πλατεία Λαού στα δυο κατα­μεσής— και τραβώντας ανατολικότερα έφτανε στην Δημο­τική Αγορά, από εκεί στο κατάστημα του Πολιτικού σήμερα και μετά κατεβαίνοντας προς τα νότια, απλωνόταν κατά μήκος της οδού Θερμοπυλών.
Όταν τον πέρασαν στο ρέμα, στάθηκαν περίπου ανα­τολικά της σημερινής διπλής βρύσης, γιατί ανατολικότερα ετοίμαζαν το στήσιμο... της ψησταριάς!
Κόσμος πολύς είχε συγκεντρωθεί γύρω με την άδεια του Χαλήλ Μπέη βέβαια, γιατί άφησε τον κόσμο να δει τι θα έκαναν τον Διάκο, ώστε να φοβηθεί και να μην επιχειρήσει κανένας άλλος να πράξει το ίδιο πράγμα που πέτυχε. Κανέ­νας Λαμιώτης δεν φάνηκε να συμμετείχε στην επανάσταση!
Μέσα στο πλήθος που παρακολουθεί με αγωνία, μια κάπως ηλικιωμένη γυναίκα. Είναι η δόλια μάνα του Διάκου, που είχε μάθει την σύλληψη του γιου της και ολονυκτίς πεζοπορώντας είχε φθάσει στη Λαμία, όπου δεν περίμενε να δει το σπλάχνο της έτσι!!
Για μια στιγμή βουβαίνονται όλοι. Βλέπουν να φθάνει εκεί ο δήμιος, ονόματι Αλεξίου, κρατώντας ένα σουβλί και αμέσως καταλαβαίνουν τι πρόκειται να γίνει!!
Αυτός, τρέμει από τον φόβο του, γιατί είχε αυστηρή εντολή να μην του πεθάνει ο Διάκος όταν θα τον σουβλίζει. Κι αρχίζει το τελευταίο πια μαρτύριο.
Δένοντας τον Διάκο ανάσκελα σε ένα σαμάρι, με τα πόδια του ανοιχτά, αρχίζει προσεκτικά ο δήμιος να χώνει την πολύ καλά λεπτυσμένη άκρη του σουβλιού, ξεκινώντας από την βουβωνική περιοχή και προχωρώντας προς τα επάνω, περνώντας το σουβλί κάτω από το δέρμα, μέχρι που το έβγαλε πάνω στην πλάτη του, λίγο κάτω απ' το δεξιό του αυτί.
Από κάποιες μικροκινήσεις που κάνει ο Διάκος, κάθε φορά που σπρώχνει το σουβλί προς τα επάνω ο δήμιος δείχνει ότι ακόμα είναι ζωντανός.
Μόλις τελειώνει ο γύφτος, ορμούν Τούρκοι και με σχοινιά δένουν το σώμα γύρω στο σουβλί για να μην σπά­σει το δέρμα και ακουμπάνε όρθιο σχεδόν το σουβλί με τον Διάκο πάνω σ' ένα δέντρο.
Στη συνέχεια σπεύδουν να συγυρίσουν την φωτιά που έχουν ανάψει. Και τότε γίνεται κάτι που ξαφνιάζει τους πάντες.
Ένας Τούρκος καβάλα στο ψαρί του άλογο, στέκεται μπροστά στον σουβλισμένο, βγάζει την διμούτσουνη όρθια κουμπούρα του και την στρέφει στον Διάκο. Δυο κουμπουριές ακούγονται και βρίσκουν κατάστηθα τον Διάκο. Κι ο Τούρκος κεντρίζοντας το άλογο του, χάνεται στην ανηφόρα μέσα στα στενάκια που περιβάλλουν τα χαμηλά σπιτάκια.
Ο Χαλήλ Μπέης, βλέπει αυτά και αφρίζει απ' το θυμό του. Και δίνει εντολή να βάλλουν το Διάκο έτσι, πάνω στη φωτιά, και να τον γυρίσουν λίγο!!. Ο κόσμος που παρακολουθεί αυτή την κτηνωδία μένει άφωνος.
Στη συνέχεια ο Χαλήλ οργισμένος και ανικανοποίη­τος, δίνει εντολή να πάρουν έτσι με το σουβλί τον νεκρό το Διάκο και πάνε να τον πετάξουν στην άκρη του ρέματος, ανατολικά από το χάνι που τον είχαν, εκεί όπου πέταγαν τις κοπριές των αλόγων που είχαν στους στά­βλους τους οποίους διατηρούσαν από την βόρεια πλευρά της Νομαρχίας μέχρι το πέτρινο Γυμνάσιο σήμερα. Τη διαβεβαίωση αυτή είχα από όλους τους γέροντες που ρώτησα το 1947, τότε που φαίνονταν ακόμα οι κρίκοι στο βόρειο τοίχο της θερινής «ΤΙΤΑΝΙΑΣ».
Εκεί λοιπόν, βορειοανατολικά της σκά­λας που κατεβαίνει σήμερα από την οδό Λυκούργου στην πρώην ψαραγορά, άφησαν τον νεκρό ξεσκέπαστο, άταφο, σχεδόν τρεις μέρες φρουρούμενο. Οι φρουροί αποχώρη­σαν την τρίτη μέρα αφού άρχισε να μυρίζει, οπότε βρήκαν ευκαιρία κάποιοι χριστιανοί οι οποίοι περίμε­ναν και είχαν προετοιμάσει ένα λάκκο εκεί ακριβώς που σήμερα είναι ο τάφος του, πήγαν του έβγαλαν το σουβλί, τον καθάρισαν λίγο και πήγαν και τον έθαψαν, χωρίς να βάλλουν πάνω του ούτε έναν σταυρό από φόβο.
Αργότερα περί το 1860, ο συνταγματάρχης Ρούβαλης που είχε έρθει από την Καλαμάτα με μετάθεση στη Λαμία και είχε πληροφορηθεί που περίπου είχαν θάψει τον Διάκο, έκανε έρευνες να τον βρει.
Ο παππούς μου που είχε στήσει την παράγκα πρώτο μαγαζί του πριν λίγο καιρό, απέναντι δυτικά, όπου μετά κτί­σθηκε αποθήκη Κονταξή, είδε στρατιώτες να ανοίγουν μικρούς λάκκους, ανατολικά, ψάχνοντας. Όταν ρώτησε τι ζητάνε, του είπαν ότι ψάχνουν τον τάφο του Διάκου. Την πληροφορία αυτή την είχα από τον πατέρα μου που την είχε ακούσει από τον παππού μου. Σε ένα σημείο, βρήκαν ένα σωρό - σκελετό ανθρώπινου σώματος και αφού δεν είχαν βρεθεί άλλα γύρω, κατέληξαν ότι ήταν του Διάκου. Τα συγκέντρωσαν, τα καθάρισαν και τα έβαλαν σ' ένα κουτί ξύλινο και το έθαψαν πάλι στο ίδιο σημείο, τοποθετώντας πάνω μερικές πέτρες και ένα σταυρό με το όνομα του.
Τέλος στις αρχές του 1900 η Λαμία τίμησε τον Διάκο όπως έπρεπε. Αφού ανακαίνισε τον πρόχειρο τάφο του, στο σημείο που είναι ακόμα, έστησε τον υπέρλαμπρο ανδριάντα του στην πλατεία Διάκου, με αποκαλυπτήρια επί­σημα, παρουσία του Βασιλέως Γεωργίου Α' και της βασιλι­κής οικογένειας, υπουργών, στρατιωτικών, και άλλων επι­σήμων στις 23 Απριλίου 1903.
Για τον ανδριάντα, ο μέγας ποιητής Γεώργιος Σουρής, έγραψε το θαυμάσιο ελεγείο του.

«Εις τον εν Λαμία ανδριάντα του Διάκου»
στις 26 Απριλίου του 1903

«Άνοιξις Απριλιάτικη με πράσινα φτερά,
με κελαηδήματ' αηδονιών, με γάργαρα νερά,
με λουλουδιών ανασασμούς κι αγέρι μυρωμένο
σε χαιρετά καλόγερε, στην πέτρα σκαλισμένο,
κι αντιλαλεί τριγύρω του, πανώριο παλικάρι,
τραγούδι της Ελευθερίας, της Εκκλησιάς τροπάρι.
Ξύπνα του Διάκου λεβεντιά κι αθάνατη στηλώσου.
Τα ράσα που μαρτύρησαν μαζί με το δικό σου.
Σαν μπλωτές των προφητών υψώνονται και πάνε
μέσα σε δόξης ουρανούς που στέφανα σκορπάνε
και της καμένης ομορφιάς η κνίσσα σαν λιβάνι
μπρος στους βωμούς της πίστεως και της πατρίδος φτάνει.
Κόσμος παλιός σε τραγωδεί με βροντερή λαλιά
Και σε θωρεί σαν ήρωα τρανό παραμυθιού,
Στις μαρμαρένιες πλάτες σου ν' απλώνεις τα μαλλιά
Και να τροχίζεις το σταυρό στην κόψη του σπαθιού.
Από στεριές και πέλαγα μια Νίκη κουρασμένη,
μια Νίκη με τ' ακάνθινο στεφάνι στολισμένη
περνά και τώρα μπρος σου και δω στο μάρμαρο σου
κοιμάται κι ονειρεύεται τα πρώτα της παλάτια
και στο σπαθί που γίνηκε στα χέρια σου κομμάτια.
Υμνούν πολέμων ραψωδοί
το λεοντόκαρδο παιδί
το τόπο που μεγάλωσε με ονείρατα μεγάλα,
τους κόρφους που τον βύζαξαν της αρετής το γάλα.
Κι ηχολογούν τους ύμνους του ψηλά βουνά και κάμποι
Και σ' άρματα πολεμιστών, σταυρός μαρτύρων λάμπει.
Το μοναστήρι το παλιό σημαίνει την καμπάνα
και φτερωτοί λεβέντηδες από την Αλαμάνα,
με τ' άλογα τους σχίζουνε την καταχνιά του λόγγου
και βγάζουν τις αρματωσιές και στέκουν συντροφιά σου.
Και γύρω στήνοντας χορό παρθένες του Ζαλόγγου,
την ανδρική την παρθενιά κοιτούν της ομορφιά σου.
Ξυπνά. Κι ακόνα στο Σταυρό της λευτεριάς λεπίδα.
Βλόγα το Μάρτυρα Χριστέ, τον Ήρωα Πατρίδα.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ότι δεν είναι ποινικά κολάσιμο, αναρτάται...(με μικρή χρονική καθυστέρηση).

 
ΕπιστροφήTop