Σάββατο, 9 Απριλίου 2011

Αθανάσιος Διάκος, ο Μάρτυρας της Επανάστασης


(190 χρόνια από το 1821)

έγραψε ο Βασίλειος Γιαννακόπουλος (στα «Λιτοσελίτικα Νέα»)

Ο Αθανάσιος Διάκος ήταν ηρωικός αγωνι­στής, μάρτυρας, ένας από τους πρωτεργάτες της Επανάστασης του 1821, και ο δημοφιλέστερος των ηρώων της.
Γεννήθηκε γύρω στα 1788. Ως τόπος γέννη­σης του αναφέρονται δύο χωριά η Άνω Μουσονίτσα και η Αρτοτίνα της Φωκίδας. Σημείο τριβής αποτελεί επίσης και το επώνυμο του που αναφέ­ρεται, το Μασσαβέτας και το Γραμματικός.
Ήταν το πέμπτο παιδί, βάσει στοιχείων, του Γεωργίου Γραμματικού από την άνω Μουσονίτσα και της Χρυσούλας Καφούρου, από την Αρτοτίνα, (έλκει επομένως την καταγωγή του και από τα δυο χωριά) ήταν εγγονός ντόπι­ου κλέφτη του Νικο­λάου Γραμματικού, που σκοτώθηκε σε μάχη με τους Τούρ­κους.
Η μοίρα της οικογένειας ήταν σκληρή, οι Τούρκοι συνέλαβαν τον πατέρα του (εφο­δίαζε με τρόφιμα και βοηθούσε τους εξεγερμένους κλέ­φτες), και με ένα από τα αδέλφια του τον κρέμασαν στο Πατρατζίκι την σημερινή Υπάτη. Όταν έμαθε τον θάνατο του πατέρα του και του αδελ­φού του, ορκίστηκε εκδίκηση και επετέ­θη στο τούρκικο απόσπασμα με τα παλικάρια του.
Κατατρομαγμένη η μάνα του Διάκου πήγε το δωδεκάχρονο παιδί της και το εμπιστεύθηκε στους καλόγερους του μοναστηριού, Αγίου Ιωάν­νη του Προδρόμου, κοντά στην Αρτοτίνα. Πέραν του φόβου της μάνας, υπήρχε και μια ακόμη σκο­πιμότητα. Με την οικονομική καταστροφή, η χει­ροτονία του νεαρού Θανάση, επιβάλλονταν πλέον και για λόγους βιοποριστικούς, καθόσον τα μονα­στήρια λόγω των ειδικών σχέσεων, που είχαν αυτά με τους Τούρκους, ζούσαν πιο άνετα από τους υπόλοιπους υπόδουλους Έλληνες.
Εκεί διδάσκεται την Οκτάηχο και το Ψαλτή­ριο και πέντε χρόνια αργότερα, σε ηλικία δεκαε­πτά ετών, λόγω της πίστης του και της ιδιοσυ­γκρασίας του χειροτονήθηκε Διάκονος με το ιερα­τικό όνομα «Άνθιμος», κράτησε δε τελικά για επί­θετο του τον βαθμό του, («Διάκος»).
Ο Διάκος περιγράφεται ως άτομο μετρίου αναστήματος, με ωραία μάτια και μακριά μαύρα μαλλιά, προσεγμένη ενδυμασία, σοβαρό βλέμμα, ιδιαίτερα ευκίνητος, γοργός στα πόδια και άρι­στος στην σκοποβολή.
Όπως αναφέρει η παράδοση, σκότωσε σε καυγά έναν Τούρκο επειδή ο Διάκος τον νίκησε στη σκοποβολή- κατ' άλλη δε εκδοχή, σε καυγά που είχε με Τούρκο πασά που επισκέφθηκε το μοναστήρι και εντυπωσιάστηκε από την εμφάνιση του Διάκου, προσβλήθηκε από τα λεγόμενα του Τούρκου (και τις μετέπειτα προτάσεις του) και τον σκότωσε. Έτσι αναγκάστηκε να φύγει στα κοντινά βουνά και να γίνει κλέφτης στο «Λημέρι» του ξακουστού κλέφτη Τσάμ Καλόγερου, ανάμεσα στα Βαρδουσία και την Γκιώνα. Ο Τσάμ Καλόγερος, σε μια συμπλοκή που είχε με τους Τούρκους, τραυματίστηκε βαριά στο πόδι και αν ο Διάκος, δεν τον μετέφερε στην Γραμμένη Οξιά, θα έπεφτε στα χέρια του εχθρού. Είπε δε μπροστά σ' όλους τους κλέφτες «όταν θ' αποθάνω, αυτός πρέπει να γίνει ο καπετάνιος σας».
Στη μάχη της «Ζελίστας», σκότω­σε με ένα κλαδί, έναν Τούρκο και πήρε τον οπλισμό του, νομίζοντας αργότερα ότι ο φόνος ξεχάστηκε, γύρισε πάλι στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη, κι έμεινε για ένα ακόμη χρόνο. Μετά από προδοσία όμως - ανήμερα του Δεκα­πενταύγουστου — τη μέρα του πανη­γυριού — τον συνέ­λαβαν και οδηγήθη­κε στο Λιδορίκι σιδηροδέσμιος όπου ο Φερχάτ πασάς διέταξε να κρεμαστεί την επόμενη μέρα, το βράδυ όμως με την βοήθεια του κλέφτη Καρέτσου ο Διάκος δραπέτευσε.
Εκείνη την περίοδο, ο Αλή πασάς έκανε σχέ­δια εναντίον του σουλτάνου και καλεί σε βοήθεια όλους τους καπετάνιους (Αρβανίτες και Χριστια­νούς) ανάμεσα τους και τον Σκαλτσοδήμο (σαν αντιπρόσωπο των αρματολών του Λιδορικίου). Εκείνος έστειλε τον Αθανάσιο Διάκο στην θέση του. Έμεινε αρματολός για δυο χρόνια (1814-1816) στο σώμα των Τσοχανταρέων (σωματοφυ­λάκων) στη φρουρά του Αλη πασά της οποίας προΐστατο ο Οδυσσέας Ανδρούτσος.
Στα τέλη του 1818 γίνεται το πρωτοπαλίκα­ρο του Ανδρούτσου και μέλος της Φιλικής Εται­ρίας. Στη συνέχεια ο Διάκος πήγε στα Σάλωνα (Άμφισσα) στον Κοσμά Σουλιώτη. Εκεί βρήκε «Φιρμάνι» του Αλή πασά, το περιεχόμενο οποίου ήταν να «χαλάσει τον Διάκο». Ο Σουλιώτης τον συμβούλευσε να ζητήσει τη βοήθεια του Ανδρού­τσου. Ο Ανδρούτσος έπεισε τον Αλή πασά να μην εκτελέσει το «Φιρμάνι» και  θανατώσει τον Διάκο που ήλεγχε τότε την περιοχή, από τον Μόρνο μέχρι τα ορεινά της Ηπείρου.
Το 1820 ο Αλή πασάς στασιάζει κατά της Οθωμα­νικής Πύλης, καλεί σε βοήθεια τον Ανδρούτσο και αυτός ανταποκρίνεται πηγαίνοντας στα Γιάννενα. Τότε οι σχέσεις Διάκου - Ανδρούτσου ψυχραίνονται και οι τοπικοί άρχοντες της Λιβαδειάς τον εκλέγουν αρματο­λό. Ο Διάκος πρωτοστάτησε στην προετοιμασία της Επανάστασης με τους επισκόπους Ταλαντίου, Νεόφυτο και Σαλώνων, Ησαΐα σε σύσκεψη που είχαν στο μονα­στήρι του Οσίου Λουκά.
Κατόρθωσε να στρατολογήσει περίπου 5.000 χωρικούς με την άδεια του Βοεβόδα της Λιβαδειάς Χασάν Αγά, με το πρόσχημα να αποκρούσει τον Ανδρούτσο, στα χρόνια που ακολουθούν και οδηγούν στην Επανάσταση του 1821, ο Διάκος ήδη είχε κάνει την δική του ομάδα κλεφτών.
Στις 30 Μαρτίου πέφτει η Λιβαδειά στα χέρια των επαναστατών και στην συνέχεια οργανώνει την κατάλη­ψη της Αταλάντης στις 31 Μαρτίου και της Θήβας την 1η Απριλίου, ενώ λίγο αργότερα κυριεύει το οχυρό φρούριο της Μενδενίτσας. Ακολούθως επιχειρεί να καταλάβει το Ζητούνι, που ήταν το διοικητικό κέντρο της περιοχής και το Πατρατζίκι, χωρίς όμως επιτυχία καθόσον ο τοπικός οπλαρχηγός Μήτσος Κοντογιάννης αρνήθηκε να βοηθήσει, επειδή θεωρούσε άκαιρο τον ξεσηκωμό.
Η Στερεά και η Πελοπόννησος βρίσκονται σε επα­ναστατικό αναβρασμό και τα μαντάτα φθάνουν στο Χουρσίτ πασά.
Ο πασάς της Πελοποννήσου βρίσκεται στα Γιάννενα και πολιορκούσε τον Αλή πασά, που έδει­χνε τάσεις αυτονομίας του, από τον Σουλτάνο. Ο Χουρσίτ πασάς, εντεταλμένος του σουλτάνου, έστειλε δυο από τους ικανότερους διοικητές του από την Θεσσαλία, τον Κιοσέ Μεχμέτ και τον Ομέρ Βρυώνη επικεφαλής 8.000 πεζικού και 900 ιππέων (την άλλη μέρα προστέθηκαν 3.000 ακόμη) να καταπνίξουν την επανάσταση στη Στερεά Ελλάδα και έπειτα να προχω­ρήσουν προς την Πελοπόννησο, για την άρση της πολιορκίας της Τριπολιτσάς από τον Θεόδωρο Κολοκο­τρώνη. Ο Διάκος με τους οπλαρχηγούς Δυοβουνιώτη και Πανουργία συσκέφθηκαν στις Κομποτάδες στις 20 Απριλίου και αποφασίζουν να υπερασπισθούν όλες τις διαβάσεις του Σπερχειού (Αλαμάνας), με δύναμη 1500 ανδρών που χωρίστηκε σε τρία τμήματα, ο Δυοβουνιώτης με 400 άνδρες θα υπερασπιζόταν την Χαράδρα του Γοργοποτάμου, ο Πανουργίας τα υψώματα της Χαλκο-μάτας με 600 άνδρες και ο Διάκος την γέφυρα της Αλα­μάνας με 500 άνδρες κοντά στις Θερμοπύλες, ώστε να αποκόψουν την πρόσβαση των Τούρκων προς τα Σάλωνα και τη Λιβαδειά.
Οι Τούρκοι στρατοπεδεύοντας στο Λιανοκλάδι, το πρωί της 23ης Απριλίου επιτίθενται ταυτόχρονα και στα τρία μέτωπα των επαναστατών. Ο Πανουργίας (τραυ­ματισμένος) και ο Δυοβουνιώτης υποχρεούνται να υπο­χωρήσουν προ των υπέρτερων δυνάμεων του Ομερ Βρυώνη, με συνέπεια ο κύριος όγκος των δυνάμεων του Κιοσέ Μεχμέτ να επιπέσει επί του Διάκου, στην Αλαμά­να.
Στην άνιση μάχη πέφτει ο αδελφός του Διάκου, το σώμα του οποίου χρησιμοποιεί για ασπίδα, ύστερα από σκληρή μάχη μένει ο Διάκος αγωνιζόμενος με 10 ηρωι­κούς αγωνιστές μεταβαίνοντας στη θέση «Μανδροδέματα» της μονής Δαμάστας (τότε Μουσταφάμπεης). Ο ίδιος τραυματίζεται και αφού πετάει το τουφέκι του, που είχε σπάσει από την υπερβολική χρήση - όπως και το σπαθί του, που το βρήκε το βόλι κοντά στη λαβή, συνεχίζει να πολεμά ηρωικά, βαστώντας στο αριστερό του χέρι την πιστόλα.
Οι Τούρκοι τον αναγνωρίζουν και αφού τον περι­κυκλώνουν στο χαράκωμα του, τον συλλαμβάνουν ζωντανό και καταματωμένο, οδηγώντας τον στον Ομέρ Βρυώνη. Ο Ομέρ Βρυώνης σεβάστηκε αρχικά τον Ήρωα και δεν έδωσε εντολή να τον σκοτώσουν επί τόπου. Ο απολογισμός αυτής της μάχης ήταν περίπου 300 Έλληνες νεκροί, αρκετοί Τούρκοι, και πολλοί τραυ­ματίες, μεταξύ των οποίων και ο Διάκος τραυματισμέ­νος στον ώμο. Οι πασάδες έχοντας αιχμαλώτους τον Διάκο και το πρωτοπαλίκαρο του  (τον ανιψιό του που ήταν μαζί σ' όλες τις μάχες) οδεύουν προς τη Λαμία (Ζητούνι).
Την νύχτα της 23ης του Απρίλη τον ανέκριναν παρουσία του Χαλήλ Μπέη -σημαίνοντος Τούρκου στη Λαμία -κοντά στην πλατεία Λαού- ζητώντας να μάθουν στοιχεία για την επανάσταση.

Ο Διάκος στην Αλαμάνα
Ο Ομέρ βρυώνης δεν ήθελε τον θάνατο του Διά­κου καθώς τον γνώριζε από την αυλή του Αλή πασά, ο οποίος και εκτιμούσε τις ικανότητες του. Του προσέφε­ρε τιμές και αξιώματα να παραιτηθεί του αγώνα, να ενταχθεί στο Τούρκικο στρατόπεδο, ασπαζόμενος τον ισλαμισμό, ο Διάκος όμως τ' αρνήθηκε όλα περήφανα. Ο Μεχμέτ πασάς, (συστράτηγος του Ομέρ Βρυώνη, αλλά ανώτερος του), θαυμάζοντας το θάρρος του Διά­κου, του πρότεινε να τον περιθάλψει και να τεθεί στην υπηρεσία του, ο Διάκος αρνήθηκε κατηγορηματικά λέγοντας του «δεν θα σε υπηρετήσω, αλλά αν θα σε υπηρετήσω δεν θα σε ωφελήσω». Όταν δε τον απείλη­σε ότι θα τον σκοτώσει του απάντησε, «ότι η Ελλάδα έχει πολλούς Διάκους».
Την επόμενη μέρα 24 του Απρίλη ημέρα Κυριακή, κατόπιν επίμονης απαιτήσεως του Χαλήλ Μπέη, εκδό­θηκε απόφαση για θανατική ποινή με ανασκολοπισμό (σούβλισμα) καθώς όπως υποστήριζε, ο Διάκος σκότω­σε πολλούς Τούρκους και θα έπρεπε να τιμωρηθεί παραδειγματικά.
Σύμφωνα με μια εκδοχή, όταν ο Ομέρ Βρυώνης του έκανε πρόταση να τουρκέψει χαρίζοντας του την ζωή και δίνοντας του αξιώματα, πήρε την απάντηση, «πάτε και σεις και η πίστη σας μουρτάτες να χαθείτε εγώ Γραικός γεννήθηκα Γραικός θε ν' αποθάνω».
Οδεύοντας προς τον τόπο του μαρτυρίου, η παράδοση φέρει τον Διάκο να μονολογεί, με πίκρα και παράπονο, ατενίζοντας την ανοιξιάτικη φύση και προ­βλέποντας την ανάσταση του Ελληνισμού.
«Για ειδές καιρό που διάλεξεν,
ο χάρος να με πάρει,
τώρα π' ανθί­ζουν τα κλαδιά
και βγαζ' η γης χορτάρι».
Παρ' όλο που ο ανασκολοπισμός (σούβλισμα) του Διάκου είναι αναμφισβήτητος- η επικρατέστερη άποψη είναι ότι, σουβλίστηκε στο σημείο που είναι το κενοτά­φιο του, τον έστησαν όρθιο σουβλισμένο, και τον εξετέλεσαν με πυροβολισμούς.
Από τον Απρίλη του 1821 μέχρι σήμερα έχουν περάσει 190 χρόνια. Η εξέγερση του έθνους, η αποτίναξη του τούρκικου ζυγού, μετά από 400 και πλέον χρόνια, περι­λαμβάνει κολοσσιαίες στιγμές δόξας, άφατου πόνου, καθώς και ηρωισμού. Ανάμεσα σ' αυτές και η θυσία του Ρουμελιώτη αγωνιστή, Αθανασίου Διάκου καταλαμβά­νει την δική της ανεπανάληπτη θέση, στο πάνθεον του παγκόσμιου ηρωισμού. Αυτό που κάνει τον αγωνιστή, από την Αρτοτίνα, να ξεχωρίζει ακόμη περισσότερο, δεν είναι μόνο ο αγώνας και ο μαρτυρικός του θάνατος, αλλά ο μύθος, οι θρύλοι και η ποίηση γύρω από την θρυλούμενη ή μη ταφή του.
Ήρωες όπως ο Διάκος, αν τρομάζουν μια φορά τον κατακτητή και δυνάστη όσο ζουν, πανικοβάλλουν περισσότερο νεκροί, κυρίως όταν το σώμα τους μένει άταφο. Ο μύθος είναι ισχυρότερος από την βεβαιότη­τα, γιατί προσδίδει μεγαλύτερη βαρύτητα και επιχείρη­μα σ' αυτούς που μένουν πίσω ζωντανοί να συνεχίσουν τον αγώνα.
Ευχαριστώ σε πλάστη μου
δε θα χαθούν σπαρμένα
και δεν θα μείνουν άκαρπα
τα' άχαρα κόκαλα μου.
 Ευλόγησε τηνε τη γη 
όπου θα μ' αγκαλιάσει 
και στοίχειωσε κάθε κλωνί 
από τα χώματα μου
και γίνε αδιάβατο βουνό
στο μνήμα του Θανάση.
Με τους λυρικούς αυτούς στοίχους, ο ποιητής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, αναφέρεται με τρόπο τραγι­κό και μυθικό στην δοξασία που θέλει τον Διάκο να μένει άταφος.
Στις αρχές του 1900 η πατρίδα τίμησε τον Ήρωα στήνοντας μαρμάρινο γλυπτό ανδριάντα,  στην ομώνυ­μη πλατεία στην Λαμία και κεντρικός δρόμος φέρει το όνομα του. Ένα μνημείο του Διάκου στέκι κοντά στην γέφυρα της Αλαμάνας, στο σημείο της τελικής μάχης, ενώ στο σημείο του μαρτυρίου βρίσκεται ο τάφος του, ένα κενοτάφιο να θυμίζει αυτόν τον μεγάλο και πραγ­ματικό Ήρωα, με την επιτύμβια πλάκα, από τον μεγάλο μας ποιητή  Κωστή Παλαμά:
«Και των Ηρώων το καύχημα στη Δόξα του Κυρίου
Θανάση   Διάκο σ' έφερε   ο Δαρμός του μαρτυρίου.
Κ' ενώ σου σπάραξε κακή φωτιά το τίμιο το σώμα
Τραγούδι   αγγελικό φιλί σου μύρωνε   το στόμα.»
Κ. ΠΑΛΑΜΑΣ 1930
Ένα από τα χωριά που διεκδικούν ως τόπο γέννη­σης του, το χωριό Άνω Μουσονίτσα, μετονομάστηκε στις 15 -12-1958 σε «Αθανάσιος Διάκος» προς τιμή του. Ο μαρτυρικός θάνατος του Διάκου, συγκλόνισε και ταυ­τόχρονα εμψύχωσε και ενίσχυσε τους αγωνιστές.
Η ζωή του και η μαρτυρική του θυσία, ενέπνευσαν τη λαϊκή μούσα.
«Ο θάνατος του Διάκου
Τρία πουλάκια κάθονταν ψηλά στην Χαλκομάτα.
Το' να τηράει τη Λιβαδειά και τ' άλλο το Ζητούνι.
Το τρίτο το καλύτερο μοιρολογάει και λέει.
Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα
καν ο Καλύβας έρχεται, καν ο Λεβεντογιάννης.
«Ουδ' ο Καλύβας έρχεται, ουδ' ο Λεβεντογιάννης
Ομέρ Βρυώνης πλάκωσε με δεκαοχτώ χιλιάδες».
Ο Διάκος σαν τ' αγροίκησε, πολύ του κακοφάνη,
Ψιλή φωνή ν' εσήκωσε, τον πρώτο του φωνάζει
- Τον ταϊφά μου σύναξε, μάσε τα παλικάρια,
δώστους μπαρούτι περισσή και βόλια με τις χούφτες
γλήγορα για να πιάσουμε κάτω στην Αλαμάνα
όπου ταμπούρια δυνατά κι όμορφα μετερίζια. -
Επήραν τ' αλαφρά σπαθιά και τα βαριά ντουφέκια
Στην Αλαμάναν έφτασαν κι' έπιασαν τα ταμπούρια
«Καρδιά, παιδιά μου» φώναξε «παιδιά μη φοβηθήτε»
ανδρείοι ωσάν Έλληνες, ωσάν Γραικοί σταθήτε!
Εκείνοι εφοβήθηκαν κι' σκόρπησαν στους λόγγους.
Έμειν' ο Διάκος στη φωτιά με δεκαοχτώ λεβέντες,
τρείς ώρες επολέμαγε με δεκαοχτώ χιλιάδες
Σκίστηκε το τουφέκι του κι' εγίνηκε κομμάτια,
Και το σπαθί του έσυρε και στην φωτιά ν' εμπήκε,
έκοψε Τούρκους άπειρους κι' εφτά μπουλουκμασήδες.
Πλην το σπαθί του έσπασε ν' απάν' από τη χούφτα       
Κι έπεσ' ο Διάκος ζωντανός εις των εχθρών τα χέρια.
Χίλιοι τον πήραν απ' εμπρός και δυό χιλιάδες πίσω.
Κι' Ομέρ Βρυώνης μυστικά στο δρόμο τον ερώτα:
- Γίνεσαι Τούρκος Διάκο μου την πίστη σου ν' αλλάξης;
Να προσκυνάς εις το τζαμί την εκκλησιά ν' αφήσης;
Κι' εκείνος τ' αποκρίθηκε και με θυμό του λέει:
«Πάτε και σεις και πίστη σας μουρτάτες να χαθήτε
εγώ Γραικός γεννήθηκα Γραικός θελ' αποθάνω.
Αν θέλετε χίλια φλουριά και χίλιους μαχμουστιέδες
Μόνο πεντ' έξ μερών ζωή να μου χαρίστε
Όσο να φτάσ' ο Οδυσσεύς και ο Θανάσης Βάγιας».
Σαν τ' άκουσε ο Χαλίλμπεης αφρίζει και φωνάζει,
- Χίλια πουγγιά σας δίνω 'γώ κι ακόμα πεντακόσια,
τον Διάκο να χαλάσετε τον φοβερό τον κλέφτη,
ότι θα σβήση την Τουρκιά και όλο μας το Δοβλέτι.-
Τον Διάκο τον επήρανε και στο σουβλί τον βαλαν,
ολόρθο τον εστήσανε, κι' αυτός χαμογελούσε.
Την πίστη τους τους έβριζε, τους έλεγε μουρτάτες.
- Σκυλιά κι' αν μ' εσουβλισατε ένας Γραικός εχάθη
ας ειν' καλά ο Οδυσσεύς κι' ο καπετάν Νικήτας,
Αυτοί θα σβήσουν την Τουρκιά κι' όλο σας το Δοβλέτι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ότι δεν είναι ποινικά κολάσιμο, αναρτάται...(με μικρή χρονική καθυστέρηση).

Βαθμολογίες Ποδοσφαίρου


 
ΕπιστροφήTop