Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

«Ρατσισμός»-Δημοκρατία και αρχαιότητα.

«Πας μη Έλλην βάρβαρος».

Σύμφωνα με ρητό που ο Διογένης ο Λαέρτιος αποδίδει στο Θαλή από τη Μίλητο, ενώ κάποιοι απέδιδαν στον Σωκράτη: «….τριν τούτων νεκα χάριν χειν τ Τύχ· πρτον μν τι νθρωπος γενόμην κα ο θηρίον, ετα τι νρ κα ο γυνή, τρίτον τι λλην κα ο βάρβαρος…», [«….Χρωστάω χάρη στην Τύχη για τρία πράγματα: που γεννήθηκα άνθρωπος και όχι ζώο, άνδρας και όχι γυναίκα, Έλληνας και όχι βάρβαρος…»]. Οι Σπαρτιάτες «…ξείνους γρ κάλεον τος βαρβάρους…» [Ηρόδοτος, «Ιστορίαι-Καλλιόπη», 11])

Ο Ευριπίδης στο έργο «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» θεωρεί απολύτως λογικό οι Έλληνες να εξουσιάζουν τους βαρβάρους κι όχι το αντίστροφο λέγοντας «….βαρβάρων δ’  λληνας ρχειν εκός, λλ’ ο βαρβάρους … λλήνων· τ μν γρ δολον, ο δ’ λεύθεροι….».

«ΞΕΝΟΣ»

Αυτά για την αρχή. Στη Σπάρτη υπήρχε νόμος περί «ξενηλασίας» [Ξενοφώντος «Λακεδαιμονίων Πολιτεία»] και ο Ηρόδοτος [«Ιστορίαι-Κλειώ»,65], αναφέρει ότι οι Σπαρτιάτες ήταν «…ξείνοισι πρόσμικτοι». Η φιλοξενία στην αρχαία Ελλάδα δεν διαρκούσε επ' αόριστον και αφορούσε τους περαστικούς, τους ταξιδιώτες, τους αγγελιαφόρους, τους εμπόρους, γενικά τους προσωρινούς επισκέπτες, κι ΟΧΙ τους ΕΠΟΙΚΟΥΣ, δηλαδή τους ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ. Όσοι επιθυμούσαν να εγκατασταθούν μόνιμα σε ελληνική πόλη- τότε και κράτος, θεωρούνταν «μέτοικοι» όπως και οι απελεύθεροι δούλοι. Στη Σπάρτη αποκαλούνταν «ΠΕΡΙΟΙΚΟΙ» και απαγορεύονταν να κατοικούν στην πόλη, ΠΑΡΆ μόνο σε ΟΙΚΙΣΜΟΥΣ ΓΥΡΩ από ΑΥΤΗΝ.

Στην Αθήνα κάθε μέτοικος, ήταν υποχρεωμένος να έχει έναν «προστάτη», κάποιον γηγενή εγγυητή, καθώς σε κάθε άλλη περίπτωση βρίσκονταν αντιμέτωπος με τη δικαιοσύνη. Οι μέτοικοι πλήρωναν ειδικό φόρο, το «ΜΕΤΟΙΚΙΟΝ», ενώ όσοι δεν το πλήρωναν οδηγούνταν στη φυλακή κι αν δεν έβρισκαν χρήματα να το καταβάλουν, απελαύνονταν. Οι μέτοικοι είχαν δικαιώματα, όμως απαγορεύονταν να κατέχουν θέσεις εξουσίας, ακόμη και να συμμετέχουν στις συνελεύσεις και τις αποφάσεις του δήμου.

Από τα ΟΜΗΡΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ κάθε ταξιδιώτης, ο οποίος διέρχονταν από μια πόλη-κράτος, προσφωνούνταν «ΞΕΝΟΣ» [ξένος» ή «ξείνος» από το συν ή ξυν+κοινός] και προστατεύονταν από τον «ΞΕΝΙΟΝ ΔΙΑ». Ο «ΞΕΝΟΣ» είχε την ίδια γλώσσα τα ίδια ήθη-έθιμα και πίστευε στους ίδιους θεούς. Φιλοξενούνταν, έκαναν σπονδές στους Θεούς, ανέπεμπαν τις απαιτούμενες ευχές και του έκαναν τραπέζι. Μετά το φαγητό τον ρωτούσαν από πού έρχεται και ποιος είναι ο προορισμός του. Υπήρχε ακόμη και η «Δημοσία ξενία», όπου την φιλοξενία αναλάμβανε η πόλη, παρέχοντας διαμονή και τροφή στους «ξενώνες» της.

Όπως αναφέρει ο ιστορικός, Πολύβιος [«Ιστορίαι», Θ'], οι Έλληνες πολεμούσαν «…διαγωνιζόμενοι πρς τος βαρβάρους πρ τς τν λλήνων σφαλείας…» και οι αλλοεθνείς αποκλείονταν κι απ' τους Ολυμπιακούς Αγώνες, στους οποίους είχαν δικαίωμα συμμετοχής μόνον όσοι αποδείκνυαν ότι ήταν Έλληνες. Χαρακτηριστική είναι η ρήση «…ο βαρβάρων γωνιστέων εναι τν γνα λλ λλήνων» [Ηρόδοτος, «Ιστορίαι-Τερψιχόρη», 22].

Ο εισβολέας, όπως και ο μετανάστης εθεωρείτο «ΒΑΡΒΑΡΟΣ» κι όχι «ΞΕΝΟΣ», λόγω της γλώσσας και των διαφορετικών ηθών-εθίμων. Στην επιτύμβια στήλη, στο σημείο όπου έπεσε ο Λεωνίδας με τους τριακόσιους Σπαρτιάτες και τους 700 Θεσπιείς γράφει, «Ω ξείν’ αγγέλειν Λακεδαιμονίοις ότι τήδε κείμεθα τοίς κείνων ρήμασι πειθόμενοι». Είναι γραμμένη με Ελληνικά γράμματα και απευθύνεται στο διερχόμενο Έλληνα διαβάτη, αυτόν που διέπεται από τα ίδια ήθη και έθιμα. 

Στα πλαίσια της λογικής της πολιτικής ορθότητας καταλήξαμε να διαβάζουμε και να αποδεχόμαστε αστείες ερμηνείες όπως αυτή που αναφέρει ο ιστορικός Ernest Gellner, ότι «…Στην Αρχαία Ελλάδα ….όσο σοβινιστές και αν ήταν με τον τρόπο τους ….., δεν φαίνεται να υπήρξε κανένα σύνθημα αντίστοιχο του «Ein Reich, ein Volk, ein Führer» [«Μια Αυτοκρατορία, ένας Λαός, ένας Αρχηγός»] των Ναζί στη Γερμανία..».

 Στα πλαίσια της ίδιας λογικής παρερμηνεύουν τον Ισοκράτη και τη ρήση του, «….Τοσούτον δι’ απολέλοιπεν η πόλις ημών περί το φρονείν και λέγειν τους άλλους ανθρώπους, ώσθ’ οι ταύτης μαθηταί των άλλων διδάσκαλοι γεγόνασιν, και το των Ελλήνων όνομα πεποίηκεν μηκέτι του γένους, αλλά της διανοίας δοκείν είναι, και μάλλον Έλληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας», [«….Η πόλις μας, {σ.σ.δηλαδή η Αθήνα], έχει τόσον πολύ υπερβάλει όλους τους άλλους εις την φιλοσοφίαν και τον έντεχνον λόγον, ώστε οι δικοί της μαθηταί έχουν γίνει διδάσκαλοι των άλλων και έχει κάμει, ώστε το όνομα των Ελλήνων να μη θεωρείται πλέον ως δηλωτικόν του έθνους, αλλ’ ως δηλωτικόν της μορφώσεως, και Έλληνες να ονομάζονται όχι τόσον όσοι ανήκουν εις το έθνος το Ελληνικόν, αλλ’ όσοι έχουν τύχει της ιδικής μας [σ.σ. δηλαδή της Αθηναϊκής, της Αττικής], παιδείας….». Ελάχιστα Ελληνικά απαιτούνται για να καταλάβει ένας λογικός άνθρωπος ότι –αυτή καθ’ αυτή- η ρήση του Ισοκράτη είναι ΜΕΙΩΤΙΚΗ, όχι μόνο για όσους «…των Ελλήνων όνομα πεποίηκεν μηκέτι του γένους…», αλλά ακόμη και για όσους Έλληνες δεν είχαν ΑΤΤΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ότι δεν είναι ποινικά κολάσιμο, αναρτάται...(με μικρή χρονική καθυστέρηση).

 
ΕπιστροφήTop